Γρήγορη μόδα: Όνειρο ή εφιάλτης για τις γυναίκες;

ΜΟΔΑ-ΕΡΓΑΣΙΑ

Η γρήγορη μόδα είναι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1980 στις ΗΠΑ και πήρε τα πάνω της τη δεκαετία του 1990 και συνεχίζει να εξαπλώνεται ακόμα και σήμερα. Για την εξάπλωσή της έχουν συμβάλει και τα logistics (συστήματα εφοδιασμού), που έχουν αναπτυχθεί ραγδαία και βρήκαν άμεση ανταπόκριση στη βιομηχανία της μόδας. Τα ρούχα που παράγει η γρήγορη μόδα συνήθως είναι πιο φθηνά, πιο οικονομικά και ο κόσμος – ειδικά εδώ στην Ελλάδα – τα προτιμάει. Για την ακρίβεια, είναι τόσο φθηνά, που πολλές φορές ο καταναλωτής αγοράζει κάτι που δεν έχει απαραίτητη ανάγκη, μόνο και μόνο γιατί δελεάζεται από την εξωφρενικά χαμηλή τιμή.

KEIMENO: Μαρία Ζωγράφου

Λέγεται ότι οι Αμερικάνοι καταναλωτές καταναλώνουν τρεις φορές περισσότερα ρούχα απ όσο οι πρόγονοί τους 50 χρόνια πριν και αγοράζουν διπλάσιες ποσότητες ειδών ένδυσης. Η γρήγορη μόδα χρησιμοποιείται από τους εμπόρους ρούχων που αλλάζουν συλλογή ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να είναι πάντα μέσα στις νέες τάσεις της μόδας, καθώς αλλάζουν αρκετά συχνά. Συνήθως βγάζουν κάθε εποχή διαφορετική συλλογή. Τέτοια μαγαζιά είναι τα Zara, τα Bershka, τα Stradivarius και άλλα.

Κατασκευάζονται σε χώρες, που ανήκουν στα φτωχότερα κράτη παγκοσμίως, όπως το Μπαγκλαντές και η Καμπότζη. Όμως οι εργασιακές συνθήκες που επικρατούν, δε μοιάζουν με αυτές των αναπτυγμένων χωρών. Υπάρχουν διαφορές που μόνο αρνητικές μπορεί να τις χαρακτηρίσει κανείς.

Συνθήκες Εργασίας

Τα εργασιακά δικαιώματα είναι λέξη άγνωστη για αυτές τις χώρες. Η οκτάωρη εργασία στον τομέα αυτό δεν υπάρχει, καθώς οι εργάτες ξεκινάνε να εργάζονται στις οκτώ το πρωί και τελειώνουν στις δέκα το βράδυ και συνήθως χωρίς ενδιάμεσο διάλειμμα. Συμπληρώνουν 14 – 15 ώρες εργασίας την ημέρα και οι υπερωρίες μένουν απλήρωτες. Οι εργοδότες τους πιέζουν να παράγουν ολοένα και περισσότερα προϊόντα καθημερινά, παρόλο που το 60% των ρούχων που παράγονται δε θα πωληθούν και ούτε θα φορεθούν ποτέ. Θα καταλήξουν σε κάποια χωματερή ή θα καούν.

Στα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας στην Κίνα, την Ινδία, το Μπαγκλαντές, την Καμπότζη και την Αιθιοπία, όπου προμηθεύονται τα ρούχα τους μεγάλες εταιρίες γρήγορης μόδας δε διασφαλίζεται η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων. Δε διαθέτουν πυροσβεστήρες, εξόδους κινδύνου, ούτε κουτιά πρώτων βοηθειών για περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Επίσης δεν παρέχονται στους εργαζομένους ειδικές στολές, μάσκες και γάντια, για να προστατεύονται από τα τοξικά χημικά του εργοστασίου, με αποτέλεσμα να έχουν δερματολογικά και αναπνευστικά προβλήματα.

Βέβαια, μετά την κατάρρευση του οκταόροφου εργοστασίου κλωστοϋφαντουργίας Rana Plaza, έξω από την πρωτεύουσα του Μπαγκλαντές, την Ντάκα το 2013, σημειώθηκαν αντιδράσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η κατάρρευση του κτιρίου είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο 1.138 εργαζομένων και τον τραυματισμό 2.500 εργαζομένων, στην πλειοψηφία γυναίκες και παιδιά. Τότε, οι εμπλεκόμενες με το σκάνδαλο μάρκες ρουχισμού, υποσχέθηκαν καλύτερη αντιμετώπιση στους εργαζομένους με βελτιωμένες συνθήκες εργασία και υψηλότερες αμοιβές. Μία υπόσχεση που δεν τήρησαν.

Υποβάθμιση Γυναικών

Προφανώς το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων στις βιομηχανίες ρούχων είναι γυναίκες (συνάμα ενήλικες και ανήλικες), καθώς αποτελούν το 80%. Αν και περισσότερες, βιώνουν διακρίσεις με τους άνδρες συναδέλφους τους που παίρνουν υψηλότερους μισθούς κάνοντας την ίδια ακριβώς δουλειά. Έχουν έρθει πολλές φορές στο φως ντοκουμέντα που δείχνουν εργάτριες που καταρρέουν και από την εξάντληση κοιμούνται ανάμεσα σε στοίβες ρούχων που έχουν να ράψουν και να σχεδιάσουν.

Η αμοιβή τους δεν ξεπερνά τον κατώτατο μισθό της εκάστοτε χώρας, όπου εργάζονται και δεν επαρκεί, ώστε να καλύψουν τις βασικές βιοτικές ανάγκες τους. Μια εργάτρια ρούχων, χρειάζεται 18 μήνες για να βγάλει τόσα λεφτά όσα ένας Διευθύνων Σύμβουλος την ώρα του μεσημεριανού του. Για χάρη της γρήγορης μόδας είναι αναγκασμένες να δουλεύουν κάτω από πίεση με την άσκηση σωματικής βίας, κακοποίησης και σεξουαλικής παρενόχλησης εντός εργοστασίου. Σίγουρα μαζί με αυτά προκαλείται και ψυχολογική βία. Για τις ανάγκες της μόδας που αλλάζει διαρκώς, οι εργασιακές συμβάσεις τους καταπατούνται και η εργασία υποβιβάζεται.

Παιδική Εργασία

Η παιδική εργασία ανθίζει στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπως  Ασία, Αφρική και Ινδία, όπου μετρούν το 90% του συνόλου της παιδικής εργασίας παγκοσμίως. Κάθε χρόνο υπολογίζονται γύρο στα 152 εκατομμύρια θύματα παιδικής εργασίας σε όλο τον κόσμο. Στο χώρο της βιομηχανίας ρούχων το 12% των εργαζομένων είναι παιδιά ξεκινώντας από την ηλικία των πέντε ετών.

Βάση νόμου, η παιδική εργασία είναι παράνομη. Όμως γιατί στις χώρες αυτές παραμελούν το γεγονός αυτό σαν να πρόκειται για κάτι συνηθισμένο; Ο βασικός λόγος είναι η φτώχεια. Στη βιομηχανία ρούχων τα παιδιά δηλώνουν με ψεύτικες ταυτότητες πως είναι 18 χρονών ενώ είναι πολύ πιο μικρά. Η Ινδία, που είναι η δεύτερη χώρα με τον υψηλότερο δείκτη παιδικής εργασίας μετά την Κίνα, δε διαθέτει επαρκές νομοθετικό πλαίσιο για αυτό το θέμα, δεν αποτελεί καν προτεραιότητα της πολιτείας. Πολλοί εργοδότες λένε ότι τα παιδιά είναι ιδανικά για αυτή τη δουλειά, καθώς δε διαμαρτύρονται ούτε έχουν απαιτήσεις.

Εγκαταλείπουν το σχολείο για να εργαστούν, ώστε να συνεισφέρουν στο οικογενειακό εισόδημα. Οι χρηματικές αμοιβές των παιδιών, που μπορεί να εργάζονται 100 ώρες την εβδομάδα, είναι χαμηλότερες από αυτές των ενηλίκων. Ακόμα και η σωματική διάπλαση των παιδιών που βρίσκονται στην ανάπτυξη τους δίνει «προβάδισμα» για διάφορες δραστηριότητες που απαιτείται να κάνουν στις βιομηχανίες. Ατελείωτες ώρες εργασίας, πενιχροί μισθοί κάτω από επικίνδυνες εργασιακές συνθήκες, στερούν από τα παιδιά σωματική αλλά και πνευματική ανάπτυξη.

Μόλυνση του Περιβάλλοντος

Η γρήγορη μόδα είναι καταστροφική για τον πλανήτη. Ειδικά για τους ανθρώπους που ζουν σε χώρες, όπως το Μπαγκλαντές και υφίστανται συνέπειες μόνιμης ρύπανσης περιβάλλοντος και μολυσμένων υπόγειων υδάτων. Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται, η μεταφορά του και η χρήση τους στα ρούχα συμβάλουν στη μόλυνση. Πάνω από 60% των υφαντικών ινών είναι πλέον συνθετικές και προέρχονται από ορυκτά καύσιμα. Για την παραγωγή ενός βαμβακερού t – shirt καταναλώνονται 2700 λίτρα νερού, τα οποία καταλήγουν στη μεταφορά τοξικών ρύπων στους ποταμούς μετά τη χρήση τους για διαδικασίες βαφής.

Οι βασικές χώρες που παράγουν βαμβάκι, όπως Κίνα και Ινδία, αντιμετωπίζουν ήδη έλλειψη νερού και υπολογίζεται πως μέχρι το 2030 θα αυξηθεί κατά 50%. Αυτά τα κράτη πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην παραγωγή βαμβακιού ή την εξασφάλιση καθαρού νερού. Το βαμβάκι καλλιεργείται με τη χρήση μεγάλων ποσοτήτων φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων, που έχουν τεράστιο αντίκτυπο στην ποιότητα του νερού. Αυτές οι χημικές ουσίες είναι τοξικές, ανθεκτικές και βιοσυσσωρεύσιμες.

Επίσης όπως αναφέρθηκε και παραπάνω πολλά από τα ρούχα που φτιάχνονται καταλήγουν σε χωματερές και στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο μαζεύονται 12.8 εκατομμύρια τόνοι. Το 2030 προβλέπεται ότι οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα της βιομηχανίας της μόδας θα αυξηθούν πάνω από 60%  φτάνοντας τους 2.8 δισεκατομμύρια τόνους.

Αυτές είναι οι επιπτώσεις της γρήγορης μόδας, και η πλειοψηφία των καταναλωτών κάθε φορά που αγοράζει ένα φθηνό κομμάτι από τη συλλογή ενός καταστήματος υπερηφανεύεται σε φίλους και γνωστούς ότι το αγόρασε, για παράδειγμα, μόνο πέντε ευρώ. Άραγε θα το έλεγε με την ίδια περηφάνια αν ήξερε την «ιστορία» του ρούχου μέχρι να κατασκευαστεί; Μάλλον όχι.

Πηγη: eoeresearch.org

ΚΑΝΤΕ ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ Newsletter ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΠΡΩΤΟΙ ΟΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ